Στις αρχές του φθινοπώρου η οδός Κρήνης πλημμύριζε με άρωμα κρασιού. Τα βαρέλια έβγαιναν στους δρόμους για να πλυθούν και να ετοιμαστούν να δεχθούν τον καινούργιο μούστο. Οι εργάτες σήκωναν τα μπατζάκια πάνω από τους αδύνατους αστράγαλους και ξυπόλυτοι με την μάνικα και την βούρτσα στο χέρι έμπαιναν μέσα και τα έτριβαν να καθαρίσουν καλά. Όσα ήταν παλιά και δεν άντεχαν άλλο την δύναμη του κρασιού γίνονταν καυσόξυλα για την ψησταριά και στη θέση τους ο Ιορδάνης ο Σαντορινιός με τον παραγιό του, βαρελάδες καλοί και οι δύο έστηναν το εργαστήρι στο πεζοδρόμιο για να τα αντικαταστήσουν. Δούλευαν όλοι μαζί, έπιναν και τσιμπολογούσαν μεζέδες από το πρωί ως το βράδυ οπότε η ξινή μυρωδιά του ζυμωμένου μούστου ανακατευόταν με την μυρωδιά του σκόρδου του λεμονιού της ρίγανης και του βασανισμένου στα κάρβουνα λίπους.
Ο δρόμος από το καφενείο και κάτω γέμιζε νερά, μπουκάλια μπύρας, αποτσίγαρα τολμηρά αστεία, ανθρώπινα αρώματα. Ήταν ένα υγρό μεθυστικό πανηγύρι.
Η Ζηνοβία, Σμυρνιά στη καταγωγή, σαραντεπεντάρα και ανύπαντρη αλλά νταρντάνα και καλοστεκούμενη, σουλάτσερνε πάνω κάτω την οδό Κρήνης, μια στο μπακάλικο, μια στον φούρνο, μια στον μανάβη ή στο ψιλικατζίδικο.
Τα βαμμένα της μαλλιά χτενισμένα ψηλά ήταν στερεωμένα πάνω στο κεφάλι σαν κεκλιμένος πύργος και αυτό μάλλον ήταν που την έκανε να περπατάει πάντα με το κορμί στητό και με το πλούσιο στήθος της να ταλαντώνεται ανεξάρτητο από το υπόλοιπο σώμα.
Τα κόκκινα πασούμια , ασορτί με κατακόκκινα της φωτιάς βαμμένα χείλια και μάγουλα άλλαζαν σε κάθε περατζάδα καθώς η Ζηνοβία ποτέ δεν περπατούσε στο πεζοδρόμιο. Περπατούσε στη μέση του δρόμου μέσα απ’ τα βρώμικα κρασόνερα όσο γινόταν πιο κοντά στους εργάτες. Όμως η μυρωδιά του αντρικού ιδρώτα πνιγόταν στην μυρωδιά του μούστου. Γι’ αυτό την επόμενη φορά πλησίαζε πιο κοντά όλο και πιο κοντά. Μέχρι κάποιο τολμηρό ανήθικο πείραγμα να την κλείσει στο δωμάτιο συντροφιά με το Ρομάντζο και το ραδιόφωνο.
Κανείς δεν αντιπαθούσε και κανείς δεν συμπαθούσε την Ζηνοβία στη γειτονιά. Με τις γυναίκες άλλαζε λίγες κουβέντες αλλά ευγενικές. Με τους άντρες τους παντρεμένους δεν είχε πολλά-πολλά, δεν την ενδιέφεραν, αυτή ήθελε έναν δικό της, ολόκληρο, όχι μόνο για το κρεβάτι της. Ο πατέρας μου κουτσομπολεύοντας σιγομούρμουριζε κάτι υπονοούμενα στην μάνα μου όταν έβλεπε την Ζηνοβία να περνάει στολισμένη και λυγιστή μα η μάνα μου τον αγριοκοιτούσε σιωπηλή τόσο άσχημα που νομίζω μετάνιωνε για το σχόλιό του. Αλλά την επόμενη φορά πάλι τα ίδια. Μάλλον το ίδιο συνέβαινε με όλους τους άντρες της γειτονιάς.
Η Ζηνοβία ήταν περήφανη γυναίκα και μόνο ο πόθος της για έναν άντρα, για ένα σπίτι κανονικό την λύγιζε. Ναι, τον ήθελε, της άξιζε να κατηφορίσει την οδό Κρήνης αγκαζέ με έναν λεβεντάνθρωπο. Αυτό μονολογούσε στον καθρέφτη καθώς ζωγράφιζε κόκκινο το στόμα της.
Έλεγαν πως ο πατέρας της ήταν κουκουλοφόρος στη κατοχή γι’ αυτό εξαφανίστηκε με την απελευθέρωση. Ακουγόταν πως δεν είχε πεθάνει αλλά είχε γυρίσει στο νησί του αφού έζησε μερικά χρόνια στο Μοσχάτο και άλλα τόσα στη Καλλίπολη και πως η μάνα της τον είχε διώξει όταν ο αδελφός της πριν φύγει για το βουνό στο δεύτερο αντάρτικο της είχε πει πως το ΚΚΕ τον έψαχνε να τον «δικάσει». Λέγανε ακόμα πως η Ζηνοβία πήγαινε συχνά πυκνά και τον έβλεπε. Την είχε δεί ο Βαγγέλης με το φορτηγό μια δυο φορές στο καράβι της γραμμής φορτωμένη με μια βαριά παλιομοδίτικη βαλίτσα και του χε πει πως πάει να δει την νόνα της. Αυτό και τίποτα άλλο.
Εκείνο το απόγευμα το πασουμάκι της μπερδεύτηκε με το λάστιχο του νερού που κρατούσε ο Αποστόλης και έπλενε μέσα στο βαρέλι. Το λάστιχο τραβήχτηκε απότομα από τα χέρια του και τον δρόσισε. Η Ζηνοβία διπλώθηκε, έπεσε στα βρομόνερα. Ο Απόστολος βγήκε βρίζοντας «Άντε περπάτα πιο κει μωρή μουστόγρια» της είπε θυμωμένα. Η Ζηνοβία έβαλε τα κλάματα. Ο Ιορδάνης ο μαραγκός παράτησε το πλάνισμα και έτρεξε να σηκώσει τη Ζηνοβία κατσαδιάζοντας τον εργάτη. «Γι’ αυτό δεν είσαι μάστορας ρε άχρηστε, γι’ αυτό θα πλένεις βαρέλια μια ζωή, γιατί ‘σαι ζώο»
Η Ζηνοβία στηρίχτηκε πάνω του και αυτός την έφερε στα σκαλοπάτια του σπιτιού μας. Κούτσαινε. Η μάνα μου έτρεξε να φέρει νερό, βαμβάκι οξυζενέ και ιώδιο γιατί το γόνατό της είχε ματώσει. Όσο την φρόντιζε, ο Ιορδάνης πήγε μάζεψε τα κόκκινα πασούμια τα ξέπλυνε πρόχειρα και της τα έφερε. Πήγε να της τα φορέσει αλλά ντράπηκε, τον είδα που κοκκίνισε. Είδα και την Ζηνοβία να τον κοιτάζει με την άκρη του ματιού καθώς εκείνος έψαχνε τα παπούτσια της κάνοντας που και πού μορφασμούς πόνου καθώς η μάνα μου της καθάριζε την πληγή. Εγώ δε μπορούσα να βλέπω
Ο Ιορδάνης θα πατούσε τα εξήντα του χρόνου, κουρασμένος άντρας, χήρος με δυο γιους. Είκοσι πέντε ό ένας είκοσι εφτά ο άλλος. Ο μικρός είχε μείνει στο νησί στην τράτα μαζί με τον θείο του ο μεγάλος είχε φύγει στη Γερμανία και ο Ιορδάνης είχε μείνει με τον παραγιό του τον Μιχάλη δεκαοχτώ χρονών. Οι γονείς του Μιχάλη είχαν περάσει τα σύνορα στον εμφύλιο και είχαν χαθεί πίσω από το «σιδηρούν παραπέτασμα» όπως έλεγε ο Ιορδάνης. Τον είχε κοντά του κάθε μέρα από το πρωί. Τα βράδια ο «μικρός» κοιμόταν στη γιαγιά του. Ακόμα κι όταν δεν είχαν δουλειά ο Ιορδάνης έφτιαχνε μια ψεύτικη παραγγελία. Είχε χαρίσει πολλά βαρέλια με αυτό το τρόπο αλλά τουλάχιστον είχε παρέα. Ο Μιχάλης ερχόταν από νωρίς το πρωί, έπιναν τον καφέ τους , τσιμπούσαν κάτι και άρχιζαν την δουλειά και την κουβέντα. Ο Ιορδάνης ήταν Καραμανλικός, ο Μιχάλης στους Λαμπράκηδες. Εκεί να δεις καυγάδες. Όταν πια γινόταν η πορεία ειρήνης από τον Μαραθώνα στην Αθήνα, γκρίνια ο Ιορδάνης μεγάλη… Αλλά στο τέλος τον πήγαινε με την μηχανή μέχρι τον Μαραθώνα και μετά ακολουθούσε την πορεία μη πάθει κάτι ο μικρός. Είχε τρομάξει με την δολοφονία του Λαμπράκη. Όποτε ο «μικρός» έτρεχε σε διαδήλωση από μακριά κι αυτός να τον προσέχει. Μια φορά είχε χτυπήσει άσχημα έναν αστυνόμο που είχε στριμώξει τον Μιχάλη στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. Ούτε που κατάλαβε το «όργανο» από πού του ήρθε. Ανέβηκαν στη μηχανή και χάθηκαν στα στενά της Αιόλου.
O Ιορδάνης είχε χαθεί μέσα στα μάτια της Ζηνοβίας. Ο κότσος της είχε λυθεί , τα μαλλιά είχαν χυθεί στους ώμους, το πρόσωπό της είχε πλυθεί, όλα τα «χημικά» όπως έλεγε ο Ιορδάνης τα γυναικεία φκιασίδια είχαν ξεπλυθεί. «Τι τα θέτε τόσα χημικά εσείς οι γυναίκες; Όσο τα χρειάζεται το κρασί άλλο τόσο τα χρειάζεστε και σεις… με ρέγουλο»
Η γιαγιά Πηνελόπη είχε φτιάξει ένα τσουκάλι μυρωδάτους λαχανοντολμάδες αυγολέμονο μα δεν έμεινε τίποτα εκείνο το βράδυ. Έφαγαν από μισό μάστορας και παραγιός. H θεία Ζηνοβία και η γιαγιά τους χάζευαν και χαμογελούσαν ευχαριστημένες. Ευτυχώς γι’ αυτές είχαν μείνει κουκιά από την προηγούμενη μέρα. Εγώ έφαγα σουβλάκι από τον Αβραάμ.
Μετά από έναν μήνα, Κυριακή απόγευμα κατηφόριζαν την οδό Κρήνης αγκαζέ. Ο Ιορδάνης με σιδερωμένο πουκάμισο και η Ζηνοβία με άσπρα γοβάκια. Τα μαλλιά της ήταν πλεγμένα σε κοτσίδα δεμένη με επίχρυση αγκράφα. Καθώς πλησίαζε τις γειτόνισσες έφερνε την κοτσίδα μπροστά στο στήθος. Όταν προσπερνούσε την έριχνε πίσω και ένιωθε να αστραποβολάει το χρυσάφι της στα μάτια των γυναικών.