Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Δεν περίμενε ποτέ πως, ενώ μια γυναίκα θα περιποιόταν τα μαλλιά του , μια άλλη μικρότερη θα «τακτοποιούσε» τα μυαλά του. Το ερωτικά του σχέδια, μετά την «πρόσκληση» της όμορφης κομμώτριας να περάσει αργά, όταν θα κλείνει το μαγαζί, για να «μη τους ενοχλήσει κανείς», χάλασαν όταν βρήκε την Μαιρούλα θρονιασμένη στον κόκκινο καναπέ του κομμωτηρίου.

-Δάσκαλε πόσες διαστάσεις μας είπες στο μάθημα πως έχει το σύμπαν;
-Πολλές.
-Λοιπόν άκου. Έχω μια βελτιωμένη θεωρία για το πώς μπλέχτηκαν μεταξύ τους και τελικά φαίνονται μόνο τρεις.

Η Μαιρούλα είχε όρεξη για πάρλα. Έδωσε όρθια την διάλεξή της. Που και που τον ρωτούσε άσχετα πράγματα. Πως και αποφάσισε να αφήσει το κουρείο και να έρθει σε κομμωτήριο… και τι ώρα είναι αυτή που ήρθε… μπορεί να θέλει να βγει η κοπέλα και αυτός την καθυστερεί… Η Μαιρούλα δεν έλεγε να φύγει και με την βροχή που είχε ξαναρχίσει πιθανόν να ερχόταν να την πάρει η μαμά της.

– Έχεις ομπρέλα;
– Όχι. Θα έρθει η μαμά να με πάρει. Αυτό μόνο είχες να πεις; Θέλεις να με διώξεις;
– Όχι βέβαια!
– Και εντάξει, η θεωρία μου πες πως είναι τρίχες. Για τα μαλλιά μου δεν έχεις τίποτα να πεις;
– Δεν πρόλαβα Μαιρούλα. Με το που κάθισα έγινε η μεγάλη έκρηξη. Ολόκληρη η ιστορία του σύμπαντος βγήκε από το στόμα σου.
– Και που σαι ακόμα. Έχω άλλη μια θεωρία. Πιο τολμηρή.
– Για πες.
– Νομίζω πως εσύ και η μάμα μου είστε ερωτευμένοι.
– Και πως σου ήρθε η ιδέα;
-Δεν είναι δική μου. Είναι του μπαμπά μου αλλά εγώ την βελτίωσα.

Η τελευταία ψαλιδιά ήταν το ίδιο άτσαλη με την στροφή του κεφαλιού του. Μαζί με τη ψυχραιμία έχασε και μια μεγάλη τούφα μαλλιών που σκορπίστηκε στο πάτωμα.

-Σου έπεσαν τα μαλλιά δάσκαλε.
-Κάθε θεωρία θέλει αποδείξεις Μαιρούλα
-Κάθε θεωρία πρέπει να «υποβάλλεται στο βάσανο του πειράματος» δάσκαλε.

Η Μαιρούλα ήταν η καλύτερη μαθήτριά του. Στον καθρέφτη υπήρχαν τώρα δύο ασύμμετρες απειλές. Ένα αυτάρεσκο χαμόγελο και ένα γελοίο κούρεμα.

-Χαλάρωσε δάσκαλε. Δε έχει καταλάβει τίποτα ο πατέρας μου. Δική μου θεωρία είναι. Σε έβαλα στη πρίζα για να δω πως θα αντιδράσεις. Σου κάηκε η ασφάλεια.
-Η αντίδρασή μου ήταν φυσιολογική Μαιρούλα και δεν επιβεβαιώνει τίποτα. Με κατηγόρησες άδικα και γελάς κι από πάνω.
-Αν πω στη μάνα μου ότι θεωρείς τον έρωτά της κατηγορία…

Η κομμώτρια μάζεψε τις τσατσάρες και πήγε να τις πλύνει. Ο νευρικές κινήσεις της έδειχναν πως μάλλον θα τις ξεδοντιάσει.

-Μαιρούλα παραφέρεσαι. Ανακατεύεσαι σε πράγματα που δεν σε αφορούν.
-Δεν με αφορούν αλλά με ενδιαφέρουν δάσκαλε.
-Εντάξει. Αλλά γνωρίζεις καλά ότι άλλο το «με ενδιαφέρει» και άλλο το «με αφορά»
-Αυτό μου το λέει κι μαμά μου.
-Να την ακούς τη μαμά σου λοιπόν.
-Την ακούω όταν κάνει έρωτα με τον μπαμπά μου. Αλλά αυτό δεν σε αφορά.

Η Ζηνοβία


Στις αρχές του φθινοπώρου η οδός Κρήνης πλημμύριζε με άρωμα κρασιού. Τα βαρέλια έβγαιναν στους δρόμους για να πλυθούν και να ετοιμαστούν να δεχθούν τον καινούργιο μούστο. Οι εργάτες σήκωναν τα μπατζάκια πάνω από τους αδύνατους αστράγαλους και ξυπόλυτοι με την μάνικα και την βούρτσα στο χέρι έμπαιναν μέσα και τα έτριβαν να καθαρίσουν καλά. Όσα ήταν παλιά και δεν άντεχαν άλλο την δύναμη του κρασιού γίνονταν καυσόξυλα για την ψησταριά και στη θέση τους ο Ιορδάνης ο Σαντορινιός με τον παραγιό του, βαρελάδες καλοί και οι δύο έστηναν το εργαστήρι στο πεζοδρόμιο για να τα αντικαταστήσουν. Δούλευαν όλοι μαζί, έπιναν και τσιμπολογούσαν μεζέδες από το πρωί ως το βράδυ οπότε η ξινή μυρωδιά του ζυμωμένου μούστου ανακατευόταν με την μυρωδιά του σκόρδου του λεμονιού της ρίγανης και του βασανισμένου στα κάρβουνα λίπους.

Ο δρόμος από το καφενείο και κάτω γέμιζε νερά, μπουκάλια μπύρας, αποτσίγαρα τολμηρά αστεία, ανθρώπινα αρώματα. Ήταν ένα υγρό μεθυστικό πανηγύρι.

Η Ζηνοβία, Σμυρνιά στη καταγωγή, σαραντεπεντάρα και ανύπαντρη αλλά νταρντάνα και καλοστεκούμενη, σουλάτσερνε πάνω κάτω την οδό Κρήνης, μια στο μπακάλικο, μια στον φούρνο, μια στον μανάβη ή στο ψιλικατζίδικο.

Τα βαμμένα της μαλλιά χτενισμένα ψηλά ήταν στερεωμένα πάνω στο κεφάλι σαν κεκλιμένος πύργος και αυτό μάλλον ήταν που την έκανε να περπατάει πάντα με το κορμί στητό και με το πλούσιο στήθος της να ταλαντώνεται ανεξάρτητο από το υπόλοιπο σώμα.

Τα κόκκινα πασούμια , ασορτί με κατακόκκινα της φωτιάς βαμμένα χείλια και μάγουλα άλλαζαν σε κάθε περατζάδα καθώς η Ζηνοβία ποτέ δεν περπατούσε στο πεζοδρόμιο. Περπατούσε στη μέση του δρόμου μέσα απ’ τα βρώμικα κρασόνερα όσο γινόταν πιο κοντά στους εργάτες. Όμως η μυρωδιά του αντρικού ιδρώτα πνιγόταν στην μυρωδιά του μούστου. Γι’ αυτό την επόμενη φορά πλησίαζε πιο κοντά όλο και πιο κοντά. Μέχρι κάποιο τολμηρό ανήθικο πείραγμα να την κλείσει στο δωμάτιο συντροφιά με το Ρομάντζο και το ραδιόφωνο.

Κανείς δεν αντιπαθούσε και κανείς δεν συμπαθούσε την Ζηνοβία στη γειτονιά. Με τις γυναίκες άλλαζε λίγες κουβέντες αλλά ευγενικές. Με τους άντρες τους παντρεμένους δεν είχε πολλά-πολλά, δεν την ενδιέφεραν, αυτή ήθελε έναν δικό της, ολόκληρο, όχι μόνο για το κρεβάτι της. Ο πατέρας μου κουτσομπολεύοντας σιγομούρμουριζε κάτι υπονοούμενα στην μάνα μου όταν έβλεπε την Ζηνοβία να περνάει στολισμένη και λυγιστή μα η μάνα μου τον αγριοκοιτούσε σιωπηλή τόσο άσχημα που νομίζω μετάνιωνε για το σχόλιό του. Αλλά την επόμενη φορά πάλι τα ίδια. Μάλλον το ίδιο συνέβαινε με όλους τους άντρες της γειτονιάς.

Η Ζηνοβία ήταν περήφανη γυναίκα και μόνο ο πόθος της για έναν άντρα, για ένα σπίτι κανονικό την λύγιζε. Ναι, τον ήθελε, της άξιζε να κατηφορίσει την οδό Κρήνης αγκαζέ με έναν λεβεντάνθρωπο. Αυτό μονολογούσε στον καθρέφτη καθώς ζωγράφιζε κόκκινο το στόμα της.

Έλεγαν πως ο πατέρας της ήταν κουκουλοφόρος στη κατοχή γι’ αυτό εξαφανίστηκε με την απελευθέρωση. Ακουγόταν πως δεν είχε πεθάνει αλλά είχε γυρίσει στο νησί του αφού έζησε μερικά χρόνια στο Μοσχάτο και άλλα τόσα στη Καλλίπολη και πως η μάνα της τον είχε διώξει όταν ο αδελφός της πριν φύγει για το βουνό στο δεύτερο αντάρτικο της είχε πει πως το ΚΚΕ τον έψαχνε να τον «δικάσει». Λέγανε ακόμα πως η Ζηνοβία πήγαινε συχνά πυκνά και τον έβλεπε. Την είχε δεί ο Βαγγέλης με το φορτηγό μια δυο φορές στο καράβι της γραμμής φορτωμένη με μια βαριά παλιομοδίτικη βαλίτσα και του χε πει πως πάει να δει την νόνα της. Αυτό και τίποτα άλλο.

Εκείνο το απόγευμα το πασουμάκι της μπερδεύτηκε με το λάστιχο του νερού που κρατούσε ο Αποστόλης και έπλενε μέσα στο βαρέλι. Το λάστιχο τραβήχτηκε απότομα από τα χέρια του και τον δρόσισε. Η Ζηνοβία διπλώθηκε, έπεσε στα βρομόνερα. Ο Απόστολος βγήκε βρίζοντας «Άντε περπάτα πιο κει μωρή μουστόγρια» της είπε θυμωμένα. Η Ζηνοβία έβαλε τα κλάματα. Ο Ιορδάνης ο μαραγκός παράτησε το πλάνισμα και έτρεξε να σηκώσει τη Ζηνοβία κατσαδιάζοντας τον εργάτη. «Γι’ αυτό δεν είσαι μάστορας ρε άχρηστε, γι’ αυτό θα πλένεις βαρέλια μια ζωή, γιατί ‘σαι ζώο»

Η Ζηνοβία στηρίχτηκε πάνω του και αυτός την έφερε στα σκαλοπάτια του σπιτιού μας. Κούτσαινε. Η μάνα μου έτρεξε να φέρει νερό, βαμβάκι οξυζενέ και ιώδιο γιατί το γόνατό της είχε ματώσει. Όσο την φρόντιζε, ο Ιορδάνης πήγε μάζεψε τα κόκκινα πασούμια τα ξέπλυνε πρόχειρα και της τα έφερε. Πήγε να της τα φορέσει αλλά ντράπηκε, τον είδα που κοκκίνισε. Είδα και την Ζηνοβία να τον κοιτάζει με την άκρη του ματιού καθώς εκείνος έψαχνε τα παπούτσια της κάνοντας που και πού μορφασμούς πόνου καθώς η μάνα μου της καθάριζε την πληγή. Εγώ δε μπορούσα να βλέπω

Ο Ιορδάνης θα πατούσε τα εξήντα του χρόνου, κουρασμένος άντρας, χήρος με δυο γιους. Είκοσι πέντε ό ένας είκοσι εφτά ο άλλος. Ο μικρός είχε μείνει στο νησί στην τράτα μαζί με τον θείο του ο μεγάλος είχε φύγει στη Γερμανία και ο Ιορδάνης είχε μείνει με τον παραγιό του τον Μιχάλη δεκαοχτώ χρονών. Οι γονείς του Μιχάλη είχαν περάσει τα σύνορα στον εμφύλιο και είχαν χαθεί πίσω από το «σιδηρούν παραπέτασμα» όπως έλεγε ο Ιορδάνης. Τον είχε κοντά του κάθε μέρα από το πρωί. Τα βράδια ο «μικρός» κοιμόταν στη γιαγιά του. Ακόμα κι όταν δεν είχαν δουλειά ο Ιορδάνης έφτιαχνε μια ψεύτικη παραγγελία. Είχε χαρίσει πολλά βαρέλια με αυτό το τρόπο αλλά τουλάχιστον είχε παρέα. Ο Μιχάλης ερχόταν από νωρίς το πρωί, έπιναν τον καφέ τους , τσιμπούσαν κάτι και άρχιζαν την δουλειά και την κουβέντα. Ο Ιορδάνης ήταν Καραμανλικός, ο Μιχάλης στους Λαμπράκηδες. Εκεί να δεις καυγάδες. Όταν πια γινόταν η πορεία ειρήνης από τον Μαραθώνα στην Αθήνα, γκρίνια ο Ιορδάνης μεγάλη… Αλλά στο τέλος τον πήγαινε με την μηχανή μέχρι τον Μαραθώνα και μετά ακολουθούσε την πορεία μη πάθει κάτι ο μικρός. Είχε τρομάξει με την δολοφονία του Λαμπράκη. Όποτε ο «μικρός» έτρεχε σε διαδήλωση από μακριά κι αυτός να τον προσέχει. Μια φορά είχε χτυπήσει άσχημα έναν αστυνόμο που είχε στριμώξει τον Μιχάλη στην είσοδο μιας πολυκατοικίας. Ούτε που κατάλαβε το «όργανο» από πού του ήρθε. Ανέβηκαν στη μηχανή και χάθηκαν στα στενά της Αιόλου.

O Ιορδάνης είχε χαθεί μέσα στα μάτια της Ζηνοβίας. Ο κότσος της είχε λυθεί , τα μαλλιά είχαν χυθεί στους ώμους, το πρόσωπό της είχε πλυθεί, όλα τα «χημικά» όπως έλεγε ο Ιορδάνης τα γυναικεία φκιασίδια είχαν ξεπλυθεί. «Τι τα θέτε τόσα χημικά εσείς οι γυναίκες; Όσο τα χρειάζεται το κρασί άλλο τόσο τα χρειάζεστε και σεις… με ρέγουλο»

Η γιαγιά Πηνελόπη είχε φτιάξει ένα τσουκάλι μυρωδάτους λαχανοντολμάδες αυγολέμονο μα δεν έμεινε τίποτα εκείνο το βράδυ. Έφαγαν από μισό μάστορας και παραγιός. H θεία Ζηνοβία και η γιαγιά τους χάζευαν και χαμογελούσαν ευχαριστημένες. Ευτυχώς γι’ αυτές είχαν μείνει κουκιά από την προηγούμενη μέρα. Εγώ έφαγα σουβλάκι από τον Αβραάμ.

Μετά από έναν μήνα, Κυριακή απόγευμα κατηφόριζαν την οδό Κρήνης αγκαζέ. Ο Ιορδάνης με σιδερωμένο πουκάμισο και η Ζηνοβία με άσπρα γοβάκια. Τα μαλλιά της ήταν πλεγμένα σε κοτσίδα δεμένη με επίχρυση αγκράφα. Καθώς πλησίαζε τις γειτόνισσες έφερνε την κοτσίδα μπροστά στο στήθος. Όταν προσπερνούσε την έριχνε πίσω και ένιωθε να αστραποβολάει το χρυσάφι της στα μάτια των γυναικών.


Όσο χτιζόταν η οικοδομή η οικογένεια είχε γίνει σκορποχώρι. Εγώ με τον πατέρα μου κοιμόμαστε σε ένα άδειο μαγαζί που είχε μετατραπεί σε δωμάτιο-αποθήκη με δύο κρεβάτια και όλα τα πράγματα, μαζί με τα παιχνίδια μου, στοιβαγμένα σε κούτες. Η μάνα μου με το μωρό, την αδελφή μου, σε ένα μικρό αλλά κανονικό δωμάτιο με κουζίνα που είχε περισσευούμενα στο προσφυγικό η μάνα του Στέλιου  του καφετζή. Η γιαγιά Πηνελόπη με τον παππού τον Γιάννη πήγαν να μείνουν μακρια, στο Ικόνιο, σε κανονικό σπίτι  που είχε και  θάλασσα. Στη τζαμαρία του δωμάτιου-μαγαζιού-αποθήκης είχαν βάλει κουρτίνες στερεωμένες στον τοίχο με καρφιά, για να μη φαινόμαστε, αλλά εγώ ζούσα με την αγωνία πότε θα φύγουν τα καρφιά, θα πέσουν οι κουρτίνες και θα γίνω θέαμα σε όλη τη γειτονιά. Μέχρι το καλοκαίρι όμως είχα ξεχάσει αυτή την αγωνία.


Έξω από το δωμάτιο υπήρχε ο μοναδικός τηλεφωνικός θάλαμος της οδού Κρήνης. Η γειτονιά είχε άλλα δύο τηλέφωνα. Ένα στο καφενείο του Στέλιου και ένα στο ψιλικατζίδικο, αλλά εκεί δε μπορούσες να μιλήσεις με την ησυχία σου γιατί σε άκουγαν όλοι ενώ στον θάλαμο άκουγα μόνο εγώ. Έβγαζα  στο πεζοδρόμιο ένα τραπεζάκι, μία καρέκλα, μπογιές μολύβια  και τα τετράδια που είχαν περισσέψει από το σχολείο, δήθεν για να γράφω -τι καλό παιδί, τι μελετηρό έλεγαν οι γείτονες-  αλλά πιο πολύ το έκανα για να ακούω τι έλεγαν στο τηλέφωνο. Συνήθως μπορούσα να ακούω μόνο όταν μάλωναν και φώναζαν, αλλά όταν είχε πολύ ζέστη άφηναν την πόρτα του θαλάμου ανοικτή και μπορούσα να ακούω περισσότερα. Μπορούσα όμως να βλέπω τα πρόσωπά τους,  τις γκριμάτσες, τις κινήσεις τους, απο το τζάμι του παράθυρου που ήταν στην πλευρά του πεζοδρόμιου. Πιο πολύ τηλεφωνούσαν οι γυναίκες. Μερικές μιλούσαν σιγά, κρατούσαν το τηλέφωνο με τα δύο χέρια και κάποιες φορές μιλούσαν με κλειστά μάτια.  Μετά έβαζαν το ακουστικό αργά, προσεκτικά, στη θέση του σα να αποχωρίζονται κάτι αγαπημένο, όπως χαιδεύουμε κάτι που μπορεί να μη το ξαναδούμε, και έβγαιναν από τον θάλαμο σκεφτικές τόσο, που καταλάβαινες ότι μετάνοιωσαν για κάτι που είπαν ή που δεν είπαν και θα ξαναγυρίσουν να πάρουν πάλι τηλέφωνο για να επανορθώσουν. Μερικές γύριζαν. Και κάποιες από αυτές τις δεύτερες φορές έβγαιναν δακρυσμένες.

Εκείνοι οι θάλαμοι λειτουργούσαν με ειδικά λεφτά που τα έλεγαν κέρματα. Τέτοια λεφτά είχε μόνο ο Στάης. Μια φορά είχα βρει και εγώ ένα κέρμα που είχε κυλίσει κάτω από το τραπεζάκι μου. Το κράτησα. Οι άνθρωποι ξεχνούσαν διάφορα πράγματα μέσα στον θάλαμο. Μαντήλια, τσαντάκια,  γυαλιά, παιδιά… Ναι, μια φορά μια γυναίκα είχε ξεχάσει το παιδί της για πέντε ολόκληρα βήματα. Είχα το νου μου και μάζευα τα ξεχασμένα τους, εκτός από τα παιδιά τους, τα έβαζα πάνω στο τραπεζάκι μου και όταν γυρνούσαν οι αφηρημένοι τους τα έδινα  πίσω. Τότε αυτοί με αντάμειβαν με κάποια σοκολάτα ή καραμέλα στο επόμενο τηλεφώνημα.


Στην αρχή δεν ήθελα να πηγαίνω στην οικοδομή. Είχα στενοχωρηθεί πολύ και είχα θυμώσει μαζί, γιατί όταν έφτιαξαν τα θεμέλια είχαν θάψει το πατίνι μου και είχαν σφάξει έναν κόκορα. Αλλά μετά πήγαινα. Μου άρεσε η μυρωδιά του τσιμέντου και του ασβέστη. «Έτσι λοιπόν μυρίζει το καινούργιο» σκεφτόμουν. Η μάνα μου κουβαλούσε συνέχεια καφέδες και μεζέδες στους εργάτες που τους συμπαθούσα πολύ γιατί φορούσαν κοντά παντελόνια, ήταν μέσα στη λάσπες χωρίς να τους νοιάζει,  δεν κουράζονταν και έλεγαν συνέχεια αστεία εκτός κι αν συζητούσαν με τον παππού μου για λεφτά και μεροκάματα. Τότε σοβάρευαν γιατί ο παππούς έλεγε πως όταν γελάει ο άλλος σε κουβέντα για λεφτά θέλει να σε γελάσει. Τις πιο πολλές φορές όταν έφευγε ο παππούς είχαν κάτι μούτρα να, μέχρι να φέρει η μάνα μου καινούργιους μεζέδες. Μια φορά ο παππούς είχε θυμώσει πολύ γιατί πέρασε ένας αστυφύλακας και τον έγραψε, και ο παππούς έλεγε ότι έφταιγε ο Μήτσος ο σοβατζής που τραγουδούσε συνέχεια ένα τραγούδι που δεν επιτρέπεται. Εγώ τότε ρώτησα ποια τραγούδια επιτρέπεται να λέμε στις οικοδομές για να μη γράψουν τον παππού εξαιτίας μου και ευτυχώς ξαναγέλασαν. Ο Μήτσος είπε στο παππού πως θα πληρώσει αυτός το πρόστιμο και να του το κρατήσει ο παππούς από τα μεροκάματα, αλλά ο παππούς μου του είπε ότι δεν αυτός δεν κάνει τέτοια πράγματα και να κοιτάξει ο Μήτσος να μάθει κάνα τραγούδι του Πολυμέρη. «Άρα στις οικοδομές επιτρέπονται μόνο τα τραγούδια του Πολυμέρη.»


Κατάλαβα πάντως ότι δεν είναι καλό να γράφεις τους ανθρώπους κι έτσι σταμάτησα να γράφω στο τετράδιό μου ποιοι τηλεφωνούσαν κάθε μέρα από τον θάλαμο της οδού Κρήνης. Έγραφα μόνο τους ξεχασιάρηδες και τα πράγματα που ξέχναγαν. Άλλωστε, είχε τραβήξει τη προσοχή μου μια γυναίκα από άλλη γειτονιά  που είχε  δικό της θάλαμο και ψιλικατζίδικο με κέρματα. Αλλά αυτή ερχόταν στον δικό μου.  Τηλεφωνούσε κάθε πρωί την ίδια ώρα. Σε αυτήν την γυναίκα  χάρισα το μοναδικό μου κέρμα μια μέρα που  γύρισε να κάνει δεύτερο τηλεφώνημα και ψαχνόταν να βρει και δεν έβρισκε και γω ένιωσα ότι θα βάλει τα κλάματα. Όταν της το έδωσα  ήθελε να με φιλήσει απ’τη χαρά της αλλά δεν την άφησα γιατί δεν επιτρέπεται να μας φιλάει άγνωστος κόσμος αν και πολύ θα ήθελα να με φιλήσει αυτή η γυναίκα που ήταν όμορφη, γλυκιά και μύριζε ωραία. Την άλλη μέρα μου χάρισε ένα βιβλίο του Ιούλιου Βερν «Η μυστηριώδης Νήσος». Έτσι σταμάτησα να γράφω τους ξεχασιάρηδες και άρχισα να  σκέφτομαι συνέχεια την μυστηριώδη γυναίκα της οδού Κρήνης που άφηνε πάντα το άρωμά της στον τηλεφωνικό θάλαμο  κι εγώ έμπαινα μέσα να το μαζέψω.

Μια μέρα εμφανίστηκαν στη γειτονιά δύο κύριοι, δίδυμα αδέλφια πρέπει να ήταν γιατί φορούσαν τα ίδια ρούχα, καπαρντίνα, καβουράκι και γυαλιά. Με πλησίασαν και μου είπαν ότι δεν κάνει να βγάζω το τραπεζάκι μου στο πεζοδρόμιο. Εγώ τους είπα ότι διαβάζω και αυτοί μου είπαν «Ακόμα χειρότερα. Να πας μέσα να διαβάσεις και να κλείσεις την πόρτα». Ήταν πολύ τρομακτικοί για δίδυμοι. Μπήκα μέσα. Έλπιζα πως μέχρι να έρθει η όμορφη γυναίκα θα έχουν φύγει αλλά δεν έφυγαν. Στάθηκαν ο καθένας σε μια γωνία. Εγώ κρυφοκοίταζα από μια χαραμάδα της κουρτίνας. Την πλησίασαν πριν μπει στον τηλεφωνικό μου θάλαμο. Την έπιασαν από τα μπράτσα και κάτι της έλεγαν στο αφτί. Μετά ήρθε το εκατό, την έσπρωξαν μέσα κι έφυγαν όλοι μαζί. Τότε βγήκα. Μπήκα στο θάλαμο. Ήταν η πρώτη φορά που δεν μύριζε το άρωμα της.

gerolykoi

«Να φέρεις και το πιστόλι σου κοντά…» Θα φέρω πατέρα και το πιστόλι. «Έχει Γερμανούς!» Εγώ ρωτούσα τι χρειάζεται να του φέρω, εκείνος μου ζητούσε πιστόλια.

Ήταν γραφτό του να πάει από Γερμανό. Βγήκε ζωντανός το 41 από το οχυρό Ιστίμπεη με ένα μάτι λιγότερο. Βγήκε αντάρτης «καπετάν Γερόλυκος» στο βουνό, τον έπιασαν το 43, βασανιστήρια, μείον δύο δάχτυλα, απόδραση πριν την εκτέλεση. Τον θέρισε τελικά ύστερα από σαράντα τέσσερα χρόνια λίγο έξω από το χωριό του, ψηλά στην Πίνδο, η μερσεντές του γερμανού τουρίστα. Βγήκε στο δρόμο χωρίς να κοιτάξει. Σπασμένα πλευρά, λεκάνη, συν ένα εγκεφαλικό, μοιραίο. Δεν έχει ζωή είπαν οι γιατροί

. Μόλις φάνηκε η λίμνη πήρε να χιονίζει πάλι. Οι υαλοκαθαριστήρες έφτιαξαν δύο λευκές καμάρες στο χιονισμένο παρμπρίζ. Το δερμάτινο σαλόνι είχε γεμίσει σκουπίδια, ψίχουλα, σακουλάκια, κουτιά από μπύρες. Πολυτέλειες της μοναξιάς.  Έκλεισα το ραδιόφωνο και άνοιξα το παράθυρο. Όρμησε φρέσκος παγωμένος αέρας, χιόνι και σιωπή.  «Κανόνισε γερμαναρά, θέλω να πεθάνω σπίτι μου. Το χωριό μου είναι πιο κοντά στον ουρανό». Κάτι  ψιθύριζε στο νοσοκομείο αλλά δεν καταλάβαιναν. Που να καταλάβουν…

Όπως τον κατέβασε ο Γερμανός στα Γιάννενα, έτσι τον έφερε πίσω στο χωριό. Πριν ξεκινήσω τηλεφώνησα στο νοσοκομείο. Αν τον πάρουμε από εκεί, θα πεθάνει. Έχει ζωή χριστιανοί μου αν μείνει εκεί; Δε μπορούν να κάνουν τίποτα. Ωραία απάντηση!  Μίλησα με τον Γερμανό. Να μου κάνει την χάρη να τον γυρίσει στο χωριό, πως ξεκινάω και γω, ως το βράδυ θα είμαι εκεί. Δίστασε λίγο. Μπορεί ο «παππούς» να του πέθαινε στο δρόμο, αλλά το ίδιο θα έκανε κι αυτός για τον δικό του πατέρα. «Δηλαδή;»  – «Δηλαδή ευθανασία». Μίλησαν οι ειδικοί.

Δεν θυμάμαι τι ακούστηκε πρώτα, ο γδούπος ή το φρενάρισμα; Το αυτοκίνητο γλίστρησε μέχρι την άκρη της γράνας. Τι χτύπησα;

Βγες έξω να δεις, τι κάθεσαι και σφίγγεις το τιμόνι!

Βγήκα. Νεκρική σιωπή.  Σπασμένο φανάρι, προφυλακτήρας τσαλακωμένος. Ό,τι κι αν χτύπησα το σκότωσα. Στάθηκα ν’ αφουγκραστώ.

Ακούς κάτι;

Κάτι ακούω. Σαν κάτι να σέρνεται στο χιόνι.

Και κάτι βλέπω. Να, εκεί. Στο χωράφι.

Πήγαινε να δεις. Πήγαινε σου λέω!

Στάθηκα πάνω από το ζώο. Λύκος είναι ή λυκόσκυλο; Το σώμα του τιναζόταν και οι σπασμοί είχαν σκάψει το χιόνι γύρω-γύρω. Αίματα δεν υπήρχαν. Τον σκέπασα στο πίσω κάθισμα με το παλτό μου. Στροφή για τα Γιάννενα.

Γερόλυκος είναι είπαν οι γιατροί. Τα πόδια είχαν διαλυθεί. Και η κάτω σιαγόνα το ίδιο. «Δεν έχει ζωή. Άφησέ το σε μας». Δεν το άφησα σ’ αυτούς.

Ανέβηκα στο χωριό. Χιόνιζε. Ο πατέρας μου είχε ησυχάσει. Μόνο η καρδιά του χτυπούσε. Έσκυψα να την ακούσω. Ύστερα έφερα και ξάπλωσα το ζωντανό δίπλα του, στη φλοκάτη.

Την άλλη μέρα το πρωί πήρα το πιστόλι από το ντουλαπάκι της Μερσεντές. Ανέβηκα στο δωμάτιο. Πυροβόλησα μια φορά. Σταμάτησαν δυο καρδιές.

Στη δεκαετία του 60, το να συζείς αστεφάνωτος ήταν μεγάλη δουλειά, ήθελε κότσια. Κότσια και αγάπη. Ήταν βλέπεις που οι αριστεροί έπρεπε να είναι υποδείγματα ηθικής. Για να μη δυσφημείται το κόμμα , όχι τίποτα άλλο. Δεν τους έφτανε η πολιτική καταπίεση των «νικητών» είχαν και την ηθική καταπίεση των «ηττημένων».

«Αφού την αγαπάω ρε σύντροφοι, γιατί να την παντρευτώ;» απαντούσε στις κομματικές παραινέσεις για παντρειά ο Στέλιος. Δεν ήταν μέλος του κόμματος και δεν ήθελε να γίνει. Χρόνια τον «έψηναν» να μπει στο κόμμα. «Δε θέλω ρε να σας παντρευτώ. Παρατήστε με . Αν είναι να παντρευτώ θα πάρω την Μάγδα.»

Διαβάστε τη συνέχεια »

Πήγε να πει στη μάνα της,  «πα να το πω στη μάνα μου» ˙ έτσι είπε και έφυγε τρέχοντας, ανεμίζοντας τα μαλλιά της – πως θα ερχόταν μαζί τους στη θάλασσα. Μα δεν ήρθε. Ούτε την άλλη μέρα , ούτε την παρ’ άλλη. Σταμάτησε απ’ το σχολείο.   Την πήρε η μάνα της στο υφαντήριο. Την τρίτη μέρα, κοιτάζοντας ο Οδυσσέας το κλειστό παράθυρο της κάμαράς της είπε θυμωμένος «Θα μπαρκάρω».

Έτσι αρχίζει αυτό το παραμύθι. Με δύο καπρίτσια. Ένα της μάνας της και ένα του Οδυσσέα.

Διαβάστε τη συνέχεια »